Επιτραπέζιες σκέψεις x3

Επιτραπέζιες σκέψεις x3

/

Σαν από πάντα -θυμάμαι- μου άρεσε να ταξιδεύω και να ποτίζομαι με ό,τι έχει να μου δώσει η τοπική κουλτούρα των τόπων που πήγαινα. Πιο εύκολο και φυσικό τρόπο από το να γεύομαι τα φαγητά του τόπου δεν κατείχα.

 

Με πήρε η φίλη μου, λοιπόν, και πήγαμε στο καφενείο του χωριού να πιούμε ρακή και να φάμε μεζέ. Κάτσαμε στο γωνιακό τραπέζι κι εγώ αισθάνθηκα κομμάτι άβολα που μας κοίταξαν όλοι οι υπόλοιποι πελάτες του καφενείου με τρόπο διερευνητικό. Ε, κι επειδή δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στην κουβέντα με όλα τα βλέμματα απάνω μας, γύρισα την καρέκλα και άφησα πίσω τα βλέμματα. Πίσω μου τα άφησα κι αυτά μου εμφανίστηκαν πάνω στο τραπέζι με τη μορφή κερασμένης ρακής. Και να σου τα βλέμματα από παντού (πάλι!) και να σου η βαριά ατμόσφαιρα από φωνές και τσουγκρίσματα. Μέσα σε αυτό το κλίμα μου γεννιότανε εμένα τώρα η απορία “Πού είναι οι γυναίκες του χωριού;”. Μόνο οι άντρες χωρούν στα καφενεία να λένε “τα δικά τους” και να κερνούν ρακές; Επιτραπέζιες σκέψεις μου τριβέλιζαν το μυαλό σε σημείο που αισθανόμουν ότι ο τόπος δε με χωρά. Βγήκαμε βιαστικά από το καφενείο με τους νόστιμους μεζέδες και τα καθόλου νόστιμα κοιτάγματα.

 

Σε άλλο τραπέζι, μετά από τρεις μέρες, βρέθηκα να σκέφτομαι για καταπιεσμένες γυναίκες του σήμερα. Μετά από πεζοπορία στα βουνά της περιοχής μας κάλεσε μια γυναίκα να μας κεράσει φρεσκοψημένα πιτάκια. Δεν το είχαμε σε πολύ και τρυπώσαμε στο σπιτικό της κι εγώ κι η φίλη μου. Εκεί, αάμεσα σε κουβέντες για μακρόχρονους διορισμούς στο δημόσιο, αγορά ατίθασων ψαριών από τον πλανόδιο πωλητή, παλιακές φωτογραφίες καδραρισμένες στους τοίχους, έσκασε η είδηση: η γυναίκα του σπιτιού αρραβωνιάστηκε στα 13, παντρεύτηκε λίγο αργότερα και στα 14 είχε ήδη γεννήσει το πρώτο της παιδί. Γάμος ανήλικης. Ζωή ενήλικης. Προσδοκίες για πρόωρη ωρίμανση. Και να τη! Στα 65 της, χήρα από τον πρώτο άντρα έχει βρει -από συνοικέσιο πάλι- δεύτερο σύζυγο και είναι καλά μόνο και μόνο που ακούει ότι φτιάχνει την πιο νόστιμη μαρμελάδα εσπεριδοειδών όλων των εποχών.

 

Το τρίτο τραπέζι στήθηκε παραθαλάσσια, εκεί που ο ειρμός της κουβέντας ακολουθεί τους δικούς του κανόνες κι η γλώσσα αρθρώνει γαληνεμένα όσα της επιτρέπει η ηρεμία του Λιβυκού πελάγους. Εκεί μας βρήκαν οι εξομολογήσεις ενός νέου που κοντεύει τα 40. Στην παρέα μας ο γείτονας της φίλης: πρόθυμος για εκδρομές, γενναιόδωρος με τα γέλια, σύμμαχος της σιωπής και δοξαστής της κουβέντας. Ε, ο άνθρωπος με αυτά τα χαρακτηριστικά -που καθόλου λίγα δεν τα λογαριάζω- δήλωσε μισοθλιμμένα-μισοσοβαρά ότι αισθάνεται μοναξιά στο χωριό από παρέες και ανθρώπους γιατί δεν ανήκει στην “κλικα των αντρών του χωριού”. Βιώνει κοινωνικό αποκλεισμό και μοναξιά γιατί ψάχνει στη ζωή του, λέει, κάτι παραπάνω από πιοτό και φαΐ και νόστιμη καλοπέραση. Ψάχνοντας να βρει το δικό του νόημα στη ζωή μάς είπε ότι χάνει στο κομμάτι της κοινωνικοποίησης, γιατί δεν είναι άντρας όπως οι άλλοι άντρες που συχνάζουν στο καφενείο της αγοράς.

 

Κι έχω μείνει εγώ στο τελευταίο βράδυ του ταξιδιού να περνώ από χωνί αιχμηρό όλες αυτές τις επιτραπέζιες σκέψεις και να τις κάνω λέξεις-φωνές, σα να μπορούν αυτές να εξιλεώσουν όλες τις μαρτυρίες τις δυνατές.